1823

Ο Ανδρούτσος, ως πληρεξούσιος της Ανατ. Στερεάς, ανεχώρησε από το Μεσολόγγι για την Πελοπόννησο. Κατά την εκεί μετάβαση του βοήθησε τους προκρίτους των Καλαβρύτων να συντρίψουν τα λείψανα του Δράμαλη στην Ακράτα. Αυτό ανέβασε ακόμη περισσότερο το κύρος του. Αντί, όμως, να κατευθυνθεί προς το Άστρος, προτίμησε να μεταβεί στην Δημητσάνα, με σκοπό να συναντήσει τον Κολοκοτρώνη. Η συνάντηση των δύο πολεμάρχων έγινε και κατά τη συνομιλία ο αδίστακτος Οδυσσέας πρότεινε, τώρα που έχουν τη δύναμη στα χέρια τους, να σκοτώσουν τους πολιτικούς, γιατί αν δεν το πράξουν έγκαιρα αυτοί, γρήγορα οι πολιτικοί ‒ πρωτοστατούντος του Κωλέττη ‒ θα τους διασπάσουν και θα τους ξεκάνουν. Ο Κολοκοτρώνης, όμως, που προσπαθούσε να γεφυρώσει το χάσμα πολιτικών ‒ στρατιωτικών, δεν συμμερίστηκε την άποψη του Ανδρούτσου.

1823

Οι Τούρκοι που ήσαν αποκλεισμένοι εις την Ακράτα με την βοήθεια του Γιουσούφ πασά επιβιβάζονται σε πλοία και φεύγουν. Από τους 3.500 απόμειναν ζωντανοί μόνο 800 άτομα.

 

1825

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος εκλέγεται γενικός γραμματέας του εκτελεστικού.

1825

Η κυβέρνηση φυλακίζει εις το μοναστήρι Προφήτης Ηλίας της Ύδρας τους πολιτικούς αντιπάλους της, Θ. Κολοκοτρώνη, Αναστάση, Κανέλλο και Νίκο Δεληγίαννη, Παναγιώτη και Γιάννη Νοταρά, Γ. Παπατσώνη, Γ. Γκρίτζαλη, Α. Κατσαρό και Μητροπέτροβα.

 

1825:

Ο πρώτος Άγγλος φιλέλληνας που έφθασε στην Ελλάδα ο William Hunphreys που συνάντησε τον Κολοκοτρώνη λίγο μετά το θάνατο του Μπάιρον γράφει τα ακόλουθα: «Βρῆκα τόν ἐξαίρετο γέρο καπετάνιο σέ ἓνα χωριουδάκι ἒξω ἀπό τήν Τριπολιτσά. Ἡ κατοικία του εἶχε μισή σκεπή καί χωματένιο πάτωμα. Κι’ ὃλη ἡ ἐπίπλωση τοῦ σπιτιοῦ ἦταν ἓνα χαλάκι πού βρίσκεις καί στή φτωχότερη καλύβα τοῦ τελευταίου ἑλληνικοῦ χωριοῦ. Ἀνησυχοῦσε γιά τή διχόνοια, ἀλλ’ ὃπως εἶπε, ἡ σημερινή κυβέρνηση, μέ τίς προτροπές τοῦ Μαυροκορδάτου καί τῆς φατρίας τῶν προεστῶν, ἐπιζητοῦσε τήν ἐξόντωση του». Μου είπε: «Ἂς μέ κρίνει ἡ πατρίδα μου κι ἂν μέ βρεῖ ἒνοχο ἂς μέ καταδικάσει σέ θάνατο. Ἀλλά ὂχι μιά φατρία πού θέλει τήν καταστροφή μου, τή δική μου κι’ ὃλων τῶν παλιῶν καπεταναίων. Θέλουν νά χαλάσουν ἐμᾶς πού ὑπήρξαμε οἱ μόνοι ἐλέυθεροι. Ἐμᾶς πού καθαρίσαμε τήν πατρίδα ἀπό τους εἰσβολεῖς, ὃταν ἐκείνοι, πού ἢθελαν νά καθίσουν στό σβέρκο μας, ἐξαφανίστηκαν τρέχοντας για νά σωθοῦν καί γύρισαν ὓστερα γιά νά χαροῦν τήν ἀσφάλεια πού κερδίσαμε ἐμεῖς μέ τό αἷμα μας. Αὐτοί πρέπει νά εἶναι οἱ ἀποκλειστικοί κυβερνῶντες μας, αὐτοί μόνο ἒχουν λόγο καί ἐπιβολή στή χώρα πού ἐλευθερώσαμε ἐμεῖς καί κρατήσαμε μέ τό σπαθί μας; Θά ξεριζώσουν οἱ Φαναριῶτες, πού βγῆκαν ἀπό τά τουρκικά σεράγια, καί οἱ τυχοδιῶκτες χωρίς ὂνομα ἀπό τούτη τή γῆ τούς παλαιούς νοικοκυραίους της (Κυριάκος Σιμόπουλος: «Πῶς εἶδαν οἱ ξένοι τήν Ἑλλάδα του ’21», Αθήνα 1981, τ. Γ’, σ.487).