610 μ.Χ. Ο Ηράκλειος στέφεται αυτοκράτωρ του Βυζαντίου.

1827 Ο Φαβιέρος με στρατό αποβιβάζεται εις την Χίο.

1827-1828: Μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου (8/20 Οκτωβρίου 1827) και την άφιξη του Ιω. Καποδίστρια, ο Κόχραν εξεδιώχθηκε και ο Μιαούλης ξαναπήρε τη ναυαρχία. Βοήθησε τον Κυβερνήτη αποφασιστικά στην πάταξη της πειρατείας, που οργίαζε στις Β. Σποράδες. Τώρα είχε ναυαρχίδα το θαυμάσιο, αλλά ακριβοπληρωμένο σκάφος ‘’Ελλάς’’, με το οποίο είχε απόλυτη κυριαρχία στα νερά του Αιγαίου. Βοήθησε ακόμη και τον Φαβιέρο στην επιχείρηση κατά των Τούρκων με σκοπό την απελευθέρωση της Χίου. Αλλά οι διπλωματικές εξελίξεις έθεσαν τέρμα στον αγώνα κατά των Τούρκων και των Αιγυπτίων. Το βάρος του Καποδίστρια πέφτει στα εσωτερικά, όπου συναντά την δυναμική αντίδραση των Μανιατών.

1862 Ο στρατηγός Θεόδωρος Γρίβας, επαναστατεί με τους κατοίκους της Βόνιτσας κατά του Βασιλέως Όθωνος.

1908 Η Κρήτη ενώνεται με την νΕλάδα, ύστερα από απόφαση όλων των Μεγάλων Δυνάμεων.

1912 Τα τέσσερα Βαλκανικά κράτη Ελλάς, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βουλγαρία κηρύσσουν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας.

1827: Το βάρος του Αγώνα είχε πια μεταφερθεί στο Μοριά, όπου ο Κολοκοτρώνης αγωνιζόταν να κρατήσει απροσκύνητα τα χωριά, μαχόμενος αδιαλείπτως με τις δυνάμεις του Ιμπραήμ, και περί την Ακρόπολη των Αθηνών, όπου στρατηγούσε ο Καραϊσκάκης. Ο ‘’Γυιός της Καλογριάς’’ από την αρχή του 1827 είχε δημιουργήσει ασφυκτικό κλοιό γύρω από τον Κιουταχή που λόγω πλήρους αποκλεισμού θα ήταν υποχρεωμένος ή να αποσυρθεί ή να δώσει μάχη υπό συνθήκες δυσμενείς. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή η κυβέρνηση, για να κολακεύσει την Αγγλία, αφαιρεί την αρχιστρατηγία από τον Καραϊσκάκη και την δίνει στον Ριχάρδο Τσώρτς, τη ναυμαχία από τον Μιαούλη και την δίνει στον πολυδιαφημισμένο Άγγλο ναυτικό Αλέξανδρο-Θωμά Κόχραν, που έφθασε στον Πόρο στις 5 Μαρτίου 1827, αλλά πάτησε στην ξηρά στις 29 Μαρτίου 1827. Ο μοιραίος αυτός άνθρωπος φέρει την κύρια ευθύνη για την καταστροφή του Φαλήρου (24 Απριλίου 1827) και για τον παραμερισμό του Μιαούλη, που τέθηκε υπό τις διαταγές του.

1826: Και συνεχίζει την αφήγηση ο Μακρυγιάννης: ‘’Ο μαύρος Γκούρας αναστέναξε και μου λέει: ‘’άδερφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμη ο Θεός, άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγη. Άρχισε ο πόλεμος κι άναψε ντουφεκισμός πολύς. Πήρα τους ανθρώπους μου, πήγα εκεί, καθώς ήμουν διορισμένος και στάθηκα κάμποσο και πολεμήσαμεν. Ήφερα απ’ έξω γύρα τα πόστα. Πήγα στο κονάκι μου, ότι έπαιρνε να βασιλέψη το φεγγάρι, να βγάλω πεζόν δια την κυβέρνησιν. Έρχονται μου λένε, ‘’τρέξε, σκοτώθηκε ο Γκούρας εις το πόστο του, απάνω εις την φωτιά τον βάρεσα εις τον αμήλιγκα (μελίγκι) και δεν μίλησε τελείως’’. Τον συγύρισε η φαμελιά του και τον χώσαμε’’.